Register  

Παντελής Καψής

06 Ιαν 2012 at 3:33μμ - red star
Και αλλαγές υπουργών, αν θέλει ο Παπαδήμος
Παντελής Καψής, υπουργός Επικρατείας
Η κυβέρνηση είναι σπρίντερ που πρέπει να τα επιτύχει όλα σε πολύ μικρό χρόνο

Της Μαργαριτας Πουρναρα

Συνεπέστατος στη συνάντησή μας, ο Παντελής Καψής έφτασε στις 3 ακριβώς στη γνωστή ταβέρνα του Βλάσση επί της Μιχαλακοπούλου. Πριν από λίγο καιρό ανέλαβε τα καθήκοντά του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, αλλά ίσως η δύναμη της συνήθειας, ίσως το απλό και στοργικό φαγητό του εστιάτορα, τον ξαναέφεραν σε γνωστά σ’ αυτόν λημέρια. Ανεπιτήδευτα κομψός και ευγενής, κρατούσε μονάχα το κινητό του τηλέφωνο. Βολευτήκαμε σε ένα τραπέζι και αρχίσαμε κατ’ ευθείαν την κουβέντα, μιας και με είχε προειδοποιήσει πως το γεύμα μας θα έπρεπε να διαρκέσει αυστηρά 45 λεπτά, λόγω φόρτου εργασίας. Πρέπει να ήταν η πρώτη στιγμή ηρεμίας, μετά το μπρίφινγκ των πολιτικών συντακτών. Παραγγείλαμε στα βιαστικά, δύο σαλάτες και μία μεγάλη καράφα νερό. Αλλωστε είναι γνωστό ότι προσέχει τη διατροφή του, τρώει υγιεινά και αθλείται καθημερινά. Στον τελευταίο μαραθώνιο της Αθήνας, έδωσε δυναμικό παρόν και με καλό χρόνο.

Γοητευτικό το γράψιμο

Η εκκίνηση ήταν αυτονόητη. Οπωσδήποτε δεν είναι ο πρώτος που φεύγει από τον Τύπο προς χάριν της πολιτικής. Πώς, όμως, είναι να αφήνει κανείς τα δημοσιογραφικά χαρακώματα για να γίνει κυβερνητικός εκπρόσωπος σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία; Βάρυνε μέσα του ότι ο πατέρας του, Γιάννης Καψής, έχει κάνει την ίδια πορεία από τις εφημερίδες στα έδρανα της Βουλής; «Αισθανόμουν ότι έκλεισα έναν κύκλο και έπρεπε να πάω παρακάτω. Το σκέφτηκα και πήρα την απόφαση», λέει χωρίς περιστροφές. Μα, όσοι είναι δημοσιογράφοι γνωρίζουν ότι δεν μπορείς να πετάξεις από επάνω σου αυτό το επάγγελμα από τη μια μέρα στην άλλη. Μαθαίνεις να βλέπεις τα πράγματα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, εθίζεσαι σε έναν τρόπο σκέψης, αποκτάς μια ψυχολογική πετριά που σε καθορίζει, του επισημαίνω. Επίσης, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι είναι σχεδόν προδοσία να εγκαταλείψεις την τέταρτη εξουσία για να πας στο στρατόπεδο της κυβέρνησης. Τι ισχύει τελικά;

«Για μεγάλο χρονικό διάστημα σχεδίαζα και διηύθυνα μια εφημερίδα, κάτι που με γέμιζε και με έκανε να αισθάνομαι πολύ δημιουργικός», απαντά. «Ομως, κάποια στιγμή η δημοσιογραφία σταματά, διότι νιώθεις ότι είναι πολύ δύσκολο να επανεφεύρεις τον εαυτό σου. Αντιθέτως, εκείνο που πάντα συνεχίζεται και αποτελεί ίσως το πιο γοητευτικό στοιχείο της δουλειάς είναι η ενασχόληση με το γράψιμο». Επιμένω: Μήπως το να είναι κανείς διευθυντής μιας μεγάλης εφημερίδας, δηλαδή καταδικασμένος να διαβάζει συνεχώς κείμενα άλλων και να «τυπώνει» στο μυαλό του μια έκδοση πριν αυτή κυκλοφορήσει στα περίπτερα, είναι κάτι που τελικά απομυθοποιεί μια διαδικασία; «Στην καριέρα μου έχω περάσει από πολλές θέσεις. Πάντοτε καταλάβαινα πότε κάτι έχει φτάσει στο τέλος του και από πρόνοια ή από τύχη αποφάσιζα να πάω σε ένα νέο πεδίο. Η ρουτίνα -σε οποιαδήποτε δουλειά, πολλώ δε μάλλον στη δημοσιογραφία- σκοτώνει. Χάνεις την ικανότητα να διακρίνεις. Είναι η πιο επικίνδυνη απώλεια».

Φοβερή πρόκληση

Σύμφωνοι. Πώς, όμως, αισθάνεται τώρα που διέβη τον Ρουβίκωνα και βρίσκεται στην όχθη της πολιτικής; «Νομίζω ότι είναι φοβερή πρόκληση όχι μόνο από τη φύση της ίδιας της θέσης, αλλά και από την ιδιαίτερη συγκυρία. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι. Η επαφή μου με την πολιτική σκηνή είναι κάτι που ξεκίνησε πολύ νωρίς. Από τα φοιτητικά μου χρόνια υπήρξα πολιτικοποιημένος. Μάλιστα σκέφτομαι ότι αυτή η τριβή ήταν που με οδήγησε τελικά στη δημοσιογραφία και όχι η ανάποδη διαδρομή που φαίνεται ότι κάνω σήμερα. Οταν ήμουν νέος ήθελα να γίνω οικονομολόγος. Είναι ίσως το μόνο μου απωθημένο», λέει χαμογελώντας. «Υστερα, στο Λονδίνο όπου σπούδαζα, καταπιάστηκα με την έκδοση ενός φοιτητικού περιοδικού με αιχμή την πολιτική. Συνέχισα και με την επιστροφή μου στην Αθήνα, με τον Θούριο. Κάπως έτσι έγινε η αρχή» λέει, τσιμπολογώντας τη σαλάτα με τα βραστά λαχανικά.

Και η οικογενειακή παράδοση; Είναι δημοσιογραφική ή πολιτική; «Το πρώτο», απαντά χωρίς να το σκεφτεί. «Βέβαια, ο πατέρας μου ήταν δημοσιογράφος σε μια περίοδο όπου όλοι έβλεπαν και την πολιτική και τον Τύπο με άλλο μάτι. Ηταν η εποχή της δεκαετίας του ’60 και της Επταετίας, όπου πάλι τα δύο ήταν αλληλένδετα. Οταν άρχισα να εργάζομαι σε εφημερίδες κρατούσα πάντα μέσα μου μια απόσταση από την πολιτική. Τώρα που πήρα την απόφαση να φύγω, μπορώ να τη δω διαφορετικά».

Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία υπάρχει όλο και λιγότερο

Η αναφορά στον Γιάννη Καψή είναι το καλύτερο έναυσμα για να ανοίξει ένα άλλο κεφάλαιο για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του Τύπου. Και κάτι ακόμα. Πόσο δύσκολο είναι να ακολουθήσει κανείς τα βήματα του ισχυρού πατρικού προτύπου; «Δεν μπορώ να σας μιλήσω από την ψυχαναλυτική σκοπιά. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι σε όλη μου την πορεία έπρεπε να αποδεικνύω ότι κατέχω μια θέση όχι χάρη στο οικογενειακό όνομα αλλά στις ικανότητες. Αισθανόμουν ότι κάθε ημέρα κρινόμουν. Σήμερα πιστεύω ότι χάραξα τη δική μου πορεία και πέρασα τις δικές μου εξετάσεις».

Αν ο γιος του, που σπουδάζει σήμερα, ήθελε να γίνει δημοσιογράφος, τι θα του απαντούσε; «Δυστυχώς θέλει! Προσπαθώ να τον αποτρέψω. Νομίζω ότι το επάγγελμα διέρχεται τεράστια κρίση. Για να επιζήσουν οι εφημερίδες θα πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο εργάζονται και εκπαιδεύονται οι συντάκτες τους», μου απαντά. «Αλλιώς κάνεις πολιτικό ρεπορτάζ αν έχεις ζήσει ένα χρόνο στις Βρυξέλλες και αλλιώς αν έχεις περάσει όλα σου τα χρόνια έξω από το Μέγαρο Μαξίμου. Αν ο συντάκτης δεν αλλάξει πολλές θέσεις και δεν απομακρυνθεί από τον ελληνικό μικρόκοσμο, περιορίζει την οπτική του. Αναμασά τα ίδια. Οφείλει από μόνος του, αν δεν έχει τη βοήθεια, να πιέζει τον εαυτό του προς την εξέλιξη. Και να είναι έτοιμος να θυσιάσει τις ευκολίες του, αυτά που του γίνονται καθημερινή συνήθεια. Μόνον έτσι μπορεί να ανανεώνεται σαν άνθρωπος και σαν επαγγελματίας».

Συνεπώς φταίνε οι δημοσιογράφοι για τη θλιβερή κατάσταση στον χώρο του Τύπου; «Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη. Εχω γνωρίσει συναδέλφους με ικανότητες, πάθος για την αλήθεια και πάθος για τη δουλειά. Θα έλεγα ότι φτάσαμε ώς εδώ διότι όλοι έχουμε χάσει την αθωότητά μας. Αυτό που αποκαλούμε ανεξάρτητη δημοσιογραφία υπάρχει όλο και λιγότερο. Ακόμα και στις καλύτερες ελληνικές εφημερίδες δεν προβλέπονται αυτές οι αυστηρές διαδικασίες που βλέπουμε σε κάποιες εξαιρετικές εκδόσεις του εξωτερικού. Την ανεξαρτησία πρέπει να την υπερασπιζόμαστε συνεχώς, ο κάθε συντάκτης για τον εαυτό του και η κάθε εφημερίδα για το δικό της καλό. Στην Αμερική λ.χ. η Ενωση των Δημοσιογράφων δεν κάνει μόνο συνδικαλισμό, αλλά ελέγχει με μεγάλη αυστηρότητα θέματα δεοντολογίας και επιβραβεύει καλές πρακτικές, δημιουργεί παράδοση αριστείας. Εδώ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και πρέπει να το αλλάξουμε».

Τελικώς, πώς πρέπει να είναι ο δημοσιογράφος; «Να μη φοβάται να κοιτάζει την εξουσία στα μάτια. Να έχει γνώση, να έχει θάρρος» λέει ο τέως διευθυντής των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα».

Ο κίνδυνος της επιστροφής στη δραχμή δεν έχει περάσει

Αναπόφευκτα, η συζήτηση για την κρίση του Τύπου μάς οδηγεί στην κρίση της χώρας και στη διαπλοκή των ΜΜΕ με την πολιτική. Η άποψή του είναι ρεαλιστική: «Για να μη συμβούν όσα συνέβησαν και να μην είναι όλα ένα κουβάρι θα έπρεπε να υπάρχουν οικονομικά ανεξάρτητα, αυτοσυντηρούμενα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στην Ελλάδα. Μόνο έτσι δεν θα εξυπηρετούσαν άλλους σκοπούς. Τώρα το μόνο ανάχωμα είναι η προσωπική μάχη του ίδιου του δημοσιογράφου». Και ο ίδιος, ως επικεφαλής δύο εντύπων μέγιστου κύρους, ποια μάχη έδωσε; Ενα από τα τμήματα του παλιού κατεστημένου, που σήμερα καταρρέει εκκωφαντικά μπροστά στα μάτια μας, είναι και ο Τύπος.

«Το να κάνει κανείς μια γενική αυτοκριτική είναι εύκολο», απαντά. «Το πιο σημαντικό είναι να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά μετά από 33 χρόνια δημοσιογραφικής πορείας. Αισθάνομαι εξαιρετικά τυχερός που μπήκα στο συγκρότημα Λαμπράκη όταν διευθυντής των Νέων ήταν ο αείμνηστος Λέοντας Καραπαναγιώτης. Ηταν ένας άνθρωπος ακέραιος, αυστηρός με ισχυρή προσωπικότητα ώστε να κρατάει τους δημοσιογράφους έξω από τέτοια παιχνίδια. Δίπλα του κατάλαβα τι σημαίνει η φράση "Μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν” και ελπίζω ότι κρατάμε αυτήν την παρακαταθήκη ζωντανή. Σε ό,τι αφορά τη δική μου θητεία, παρά το ότι πάντα βρίσκω σημεία τα οποία δεν μου αρέσουν, πιστεύω ότι η τελική σούμα είναι θετική. Νομίζω ότι η συνεισφορά των Νέων και του Βήματος στο συνολικό άθροισμα της κοινωνίας έχει θετικό πρόσημο. Κάναμε περισσότερο καλό. Ετσι αισθάνομαι ότι πρέπει να κάνει κάποιος τον λογαριασμό του».

Με τον ίδιο τρόπο θα πορευτεί και στη νέα του θέση, σε μια κυβέρνηση που στηρίζεται σε τρία ευαίσθητα πόδια, σε μια εξαιρετικά δυσμενή συγκυρία; «Οπωσδήποτε είναι ένα δύσκολο πόστο σε μια κρίσιμη περίοδο. Επειδή όμως είναι έτσι η κατάσταση, δεν υπάρχουν διλήμματα. Ο κίνδυνος επιστροφής στη δραχμή δεν έχει περάσει. Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν καταστροφική. Θα αποτελούσε μια στρατηγική ήττα για τη χώρα, ένα πισωγύρισμα δεκαετιών με ανυπολόγιστο κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Ευτυχώς όλοι πια ξέρουμε τι πρέπει να γίνει για να την αποφύγουμε». Τι θα συμβεί στο μέλλον, αν πρέπει να υπεραμυνθεί ως κυβερνητικός εκπρόσωπος της θέσπισης νέου πακέτου μέτρων που θα φέρουν τους πολίτες σε ακόμα μεγαλύτερη ανέχεια; «Η κοινωνία είναι σε κατάσταση σοκ. Συναισθάνομαι πώς είναι να αντιμετωπίζεις τη φτώχεια, την ανεργία, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, τα αδιέξοδα. Συνέβησαν αδικίες, υπήρχαν μέτρα που δεν απέφεραν τα αναμενόμενα. Ομως έχουμε βρεθεί σε πολύ χειρότερες περιστάσεις και καταφέραμε να σταθούμε όρθιοι. Το θέμα είναι τι κάνουμε από εδώ και πέρα. Σε όλη μου τη ζωή σκεφτόμουν πρακτικά και τώρα το μόνο μας όπλο είναι η ηθική και ο ορθολογισμός. Και έτσι σκοπεύω να αντιμετωπίσω όλες τις προκλήσεις που θα βρω μπροστά μου στα νέα μου καθήκοντα. Δυστυχώς σήμερα υπάρχουν κάποιοι που προβάλλουν τα προβλήματα ως άλλοθι για να μην αλλάξει τίποτα, να μην προχωρήσουμε μπροστά πολεμώντας νοσηρά φαινόμενα και συνήθειες που άνθησαν στο παρελθόν», λέει ο Παντελής Καψής.

Συνεχίζει: «Πιστεύω ότι για να μπορέσουμε να ορθοποδήσουμε αυτό που προέχει είναι να καταλάβουμε ως Ελληνες αλλά και να εμβαθύνουμε τις αιτίες που μας έφεραν στο αδιέξοδο. Ενδεχομένως ορισμένοι να διαφωνούν σφόδρα με το "όλοι μαζί τα φάγαμε” αλλά είναι πλέον σαφές ότι η παθογένεια δεν έχει να κάνει μόνο με το πολιτικό σύστημα. Είναι ευρύτερη και αγγίζει όλες τις δομές. Το να είμαστε καλοί πολίτες είναι ευθύνη όλων μας και κανείς δεν μπορεί να εξαιρεθεί».

Καθώς δεν υπάρχει επιδόρπιο, βιάζομαι να φέρω στο τραπέζι το θέμα του ανασχηματισμού. Είναι λειτουργική αυτή η κυβέρνηση που αποτελείται από ετερόκλητες πολιτικές δυνάμεις; Μήπως πρέπει να γίνει ένας ανασχηματισμός για να ομοιάσει το ελληνικό κυβερνητικό σχήμα στο ιταλικό που είναι ολιγομελές και ευέλικτο; «Πολιτικά ζούμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Δοκιμάζεται η έννοια της συνεργασίας των κομμάτων. Οπωσδήποτε ένα τέτοιο εγχείρημα γεννάει προβλήματα. Ομως είναι τόσο σημαντικό αυτό που διακυβεύεται -δηλαδή το μέλλον της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες- που νομίζω ότι αυτό θα μας δικαιώσει για τον αγώνα που τώρα δίνουμε. Και αν τα πάει καλά θα ανοίξει τον δρόμο για τη γέννηση ενός νέου πολιτικού πολιτισμού. Οσο για τον ανασχηματισμό, ασφαλώς είναι μια από τις επιλογές που έχει στη φαρέτρα του ο πρωθυπουργός. Αν χρειαστεί θα τον κάνει. Για την ώρα προέχει το έργο της κυβέρνησης. Ο Γκέρχαρντ Σρέντερ είπε κάποτε ότι έσφαλε, διότι προσπαθούσε να κάνει περισσότερα από αυτά που μπορούσε. Η κυβέρνηση Παπαδήμου δεν μπορεί να κάνει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από αυτά που είναι σχεδιασμένη να κάνει. Ο ορίζοντας ζωής της κυβέρνησης καθορίζεται από το έργο που πρέπει να επιτευχθεί». Δηλαδή είναι σπρίντερ ή μαραθωνοδρόμος; «Και βέβαια δρομέας. Πρέπει να τα επιτύχουμε όλα σε πολύ μικρό χρόνο» λέει χαμογελώντας από τη νύξη για την αγάπη του στον αθλητισμό. Αντέχει το πολιτικό προσωπικό να τρέξει σε χρόνους ρεκόρ; Ο Παντελής Καψής απαντά με χιούμορ: «Στην εφημερίδα επί Καραπαναγιώτη χρησιμοποιούσαμε μια φράση του Σεφέρη: Αυτό τον θίασο έχουμε, μ’ αυτόν θα παίξουμε...».

Η συνάντηση

Το γεύμα έγινε ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι στην ταβέρνα του Βλάσση (Μαιάνδρου 15, Ιλίσια) που τα τελευταία χρόνια μετεγκαταστάθηκε δίπλα σε ένα παρκάκι κοντά στη Μιχαλακοπούλου. Ο Παντελής Καψής έφαγε μια σαλάτα με βραστά λαχανικά και εγώ μια ταμπουλέ όπου «ακουγόταν» πολύ το κρεμμύδι. Ηπιαμε δύο κόκα κόλες και έναν εσπρέσο. Ο λογαριασμός ήρθε 26 ευρώ.

Oι σταθμοί του

1955
Γεννιέται στην Αθήνα.

1973
Αποφοιτά από το Κολλέγιο Αθηνών και πηγαίνει στο Λονδίνο για να σπουδάσει Οικονομικά στο UCL.

1978
Αρχίζει να δουλεύει στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ.

2002
Γίνεται διευθυντής της εφημερίδας.

2009
Γίνεται διευθυντής στο ΒΗΜΑ.

2011
Yπουργός Επικρατείας της κυβέρνησης Παπαδήμου.
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
-----------------------------------------------------------------
 
Η «Αγωγή του πολίτου» κ. Καψή...

«Ενδεχόμενα ορισμένοι να διαφωνούν σφόδρα με το "όλοι μαζί τα φάγαμε" αλλά είναι πλέον σαφές ότι (...) το να είμαστε καλοί πολίτες είναι ευθύνη όλων μας και κανείς δεν μπορεί να εξαιρεθεί».

*

Αυτή η περισπούδαστη... κενολογία περί «καλών πολιτών» - που όπως κάθε κενολογία καμώνεται την ευφυΐα - ανήκει στον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Παντελή Καψή.

Ο οποίος με το ευρύτατο πνεύμα που διαθέτει προφανώς και δε συγκαταλέγεται στους «ορισμένους» που διαφωνούν με το «όλοι μαζί τα φάγαμε».

Ο Καψής συμφωνεί πως «όλοι μαζί τα φάγαμε». Και ως εκ τούτου τώρα μας απειλεί για λογαριασμό της κυβέρνησης

με το σύνθημα «ευρώ ή θάνατος» και

με παρασύνθημα το «δεν υπάρχει σάλιο»...

*

Αλλά πώς και έπεσε τόσο έξω ο κ. Καψής και παρά το γεγονός ότι η τάξη που υπηρετεί συνέδεσε τις τύχες μας με το ευρώ της... αθανασίας, εντούτοις φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;

Πώς εξηγεί ο κ. Καψής ότι αυτοί οι «καλοί πολίτες» που μας κυβερνούν (και στους οποίους πλέον συγκαταλέγεται) έφεραν την Ελλάδα και το λαό της στην πτώχευση, στη χρεοκοπία, στην καταστροφή;

Πού πήγαν όλες οι προηγούμενες προβλέψεις, οι δικές του και των ομοίων του για την «ευρω-ευμάρεια», ώστε να έχουν σήμερα το σθένος να ποζάρουν από καθέδρας ως κήρυκες της «ευθύνης» που «πρέπει» να αναλάβουν - όλοι... ανεξαιρέτως - οι Ελληνες;

*

Αν δεν κάνουμε λάθος αυτός, ο κ. Καψής, ήταν ο διευθυντής των «Νέων» όταν η συγκεκριμένη εφημερίδα έγραφε στις 2/1/2002:

*

«Η επίσημη κυκλοφορία του ευρώ ως εθνικού νομίσματος αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα ιστορικό άλμα για την Ελλάδα (...) Πρόκειται για μια επιτυχία που η σημασία της ασφαλώς δεν εξαντλείται στα οικονομικά οφέλη. Μια επιτυχία που ανοίγει νέους δρόμους για την Ελλάδα στον 21ο αιώνα...».

*

Ο κ. Καψής ήταν διευθυντής των «Νέων» όταν την ίδια μέρα η εφημερίδα που διεύθυνε πανηγύριζε καθότι

*

«με πυροτεχνήματα, μουσική, άφθονη σαμπάνια και... ουρές μπροστά στις αυτόματες ταμειακές μηχανές των τραπεζών γιόρτασαν οι Ευρωπαίοι την έλευση του νέου έτους και του νέου νομίσματος»...

*

Τι συνέβη και όλα αυτά τα «ωραία» μετατράπηκαν σε «φούσκα»;

Και πόσο θράσος χρειάζεται οι διακινητές της «φούσκας» να έρχονται με το ίδιο προ δεκαετίας ατσαλάκωτο ύφος του ειδήμονα και να μας κάνουν μαθήματα περί «αγωγής του πολίτη»;...


Γράφει:
ο Νίκος ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ/ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Filed Under: Uncategorized
 


 


@Copyright 2010, Your Company Name.